Γιατί δεν λειτουργεί πια το παιχνίδι του Τσιτσιπά - Η δύσκολη πραγματικότητα του σύγχρονου τένις
Η καριέρα του Στέφανου Τσιτσιπά έχει μπει σε φάση αμφισβήτησης και η ιστορία του μοιάζει να έχει γίνει μια μεγάλη συζήτηση για το τι πήγε στραβά.
Με το χαρακτηριστικό backhand με ένα χέρι και μια επιθετική, “fearless” προσέγγιση, ο Στέφανος Τσιτσιπάς παρουσιάστηκε στο παγκόσμιο τένις ως ένα από τα μεγάλα project της νέας γενιάς.
Μεγάλες νίκες, συμμετοχές σε τελικούς Grand Slam, τίτλοι Masters 1000 και κατάκτηση στο Nitto ATP Finals τον έβαλαν γρήγορα στη συζήτηση για το μέλλον του αθλήματος. Tότε, το ερώτημα ήταν απλό: Είναι αυτός ο επόμενος μεγάλος πρωταθλητής;
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Η πτώση στη βαθμολογία, που τον έχει φέρει εκτός κορυφαίας δεκάδας, έχει ανοίξει μια συζήτηση που μοιάζει αναπόφευκτη: τι άλλαξε;
Το αγωνιστικό πρόβλημα: Το παιχνίδι εξελίχθηκε πέρα από τον Τσιτσιπά
Στα καλύτερά του, ο Τσιτσιπάς είχε ένα από τα πιο δυνατά forehand στο tour: βαρύ, με spin και ικανό να πιέζει συνεχώς τον αντίπαλο. Όμως το διαχρονικό του «αγκάθι» ήταν πάντα το backhand.
Στην εποχή που το τένις έγινε πιο γρήγορο, πιο flat και πιο επιθετικό, το backhand του Τσιτσιπά άρχισε να εκτίθεται περισσότερο. Οι αντίπαλοι το στοχεύουν, πιέζουν συνεχώς εκεί και τον αναγκάζουν σε άμυνα ή σε λάθη.
Το αποτέλεσμα είναι ξεκάθαρο, περισσότερα αβίαστα λάθη, λιγότερος χρόνος προετοιμασίας και δυσκολία στην αλλαγή ρυθμού. Και όταν το επίπεδο ανεβαίνει, αυτές οι λεπτομέρειες γίνονται καθοριστικές.
Το ζήτημα του mentality
Όλοι οι μεγάλοι τενίστες έχουν μιλήσει για την πνευματική δυσκολία του αθλήματος και τη νοοτροπία νικητή και πρωταθλητή που χρειάζεται για να βρίσκεσαι σε αυτό το επίπεδο. Τρανό παράδειγμα αποτελεί ο κορυφαίος Νόβακ Τζόκοβιτς, ο οποίος μπορεί να μην είχε την αθλητικότητα του Ναδάλ ή την κομψότητα του Φέντερερ, αλλά διέθετε το ψυχολογικό-πνευματικό πλεονέκτημα στους μεγάλους και κρίσιμους πόντους.
Ας μην παρεξηγηθούμε: ο Τσιτσιπάς, όπως και όλοι οι αθλητές στο κορυφαίο επίπεδο, έχουν αυτή τη σπίθα και το ανταγωνιστικό πνεύμα μέσα τους. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις ο Στέφανος έχει χάσει την αυτοσυγκέντρωσή του και έχει δείξει νεύρα στο court σε κρίσιμες στιγμές.
Αυτό αποτελεί και μία από τις βασικές κριτικές του ελληνικού κοινού απέναντί του, κάτι που βέβαια δεν είναι σπάνιο στο άθλημα (τέτοια ξεσπάσματα), απλώς δεν είχαμε ποτέ αθλητή σε τόσο υψηλό επίπεδο για τόσα χρόνια στο τένις.
Όπως και να έχει, η αδυναμία του να ελέγξει τα συναισθήματά του του έχει στερήσει στο παρελθόν την ευκαιρία να κάνει αυτό το ένα βήμα παραπάνω και έχει συμβάλει στην πτώση του σήμερα.
Εξωαγωνιστική τρικυμία
Τα τελευταία χρόνια, η ζωή του Στέφανου εκτός court έχει επίσης βρεθεί στο επίκεντρο.
Η ίδια η οικογένειά του έχει αναφερθεί σε περιόδους πίεσης, ενώ η σχέση του με την Paula Badosa σχολιάστηκε ως ένας παράγοντας συναισθηματικής αστάθειας.
Η μητέρα του είχε δηλώσει χαρακτηριστικά πως, παρότι ήταν καλό ζευγάρι, η σχέση αυτή λειτούργησε και πιεστικά για τον ίδιο, λόγω δημοσιότητας, social media και συνεχούς έκθεσης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα τελευταία χρόνια έχει αντιμετωπίσει και προβλήματα τραυματισμών στη μέση, τα οποία επηρέασαν την απόδοσή του και τη συνέπεια στο παιχνίδι του.
Παράλληλα, η διαρκής πίεση των προσδοκιών, αλλά και η ανάγκη συνεχούς επαναπροσδιορισμού, φαίνεται να έχει αφήσει αποτύπωμα και στο ψυχολογικό κομμάτι. Η επιστροφή του πατέρα του, Απόστολου Τσιτσιπά, στο προπονητικό team δεν έχει ακόμη φέρει την αγωνιστική σταθερότητα που αναζητούσε.
Παράλληλα, η διαχρονικά περίπλοκη σχέση με τον πατέρα και προπονητή του έχει αποτελέσει άλλο ένα κομμάτι της “εσωτερικής έντασης” γύρω από την καριέρα του.
Όλα αυτά, συνθέτουν ένα πλαίσιο που δεν είναι ποτέ ουδέτερο για έναν αθλητή υψηλού επιπέδου.
Μια γενιά ανάμεσα σε δύο εποχές
Η καριέρα του Τσιτσιπά δεν μπορεί να διαβαστεί έξω από το πλαίσιο της γενιάς του.
Οι παίκτες που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1990 έχουν αγωνιστεί σε 21 τελικούς Grand Slam. Ο απολογισμός τους; 2 νίκες και 19 ήττες.
Για μισό αιώνα, το τένις υπάκουε σε έναν απαράβατο νόμο: ο Χρόνος είναι ανίκητος. Οι θρύλοι μεγαλώνουν, χάνουν την ταχύτητά τους, και οι νεότεροι, πεινασμένοι «λέοντες» τους εκθρονίζουν. Όμως, τα τελευταία 20 χρόνια, αυτός ο κύκλος έσπασε. Οι Big Three (Roger Federer, Rafael Nadal και Novak Djokovic) δεν νίκησαν απλώς παίκτες όπως ο Ζβέρεφ, ο Τσιτσιπάς και ο Μεντβέντεφ, τους «έσπασαν» και πνευματικά, αφήνοντάς τους ψυχολογικά σημάδια.
Και τώρα, τη στιγμή που το παράθυρο ευκαιρίας επιτέλους άνοιξε, ο Carlos Alcaraz και ο Jannik Sinner ήρθαν και το έκλεισαν απότομα.
Σε μια περίοδο που ο Federer είχε ουσιαστικά αποσυρθεί, ο Nadal αντιμετώπιζε τραυματισμούς και ο Djokovic έχανε σημαντικά τουρνουά εξαιτίας της άρνησης του να εμβολιαστεί, ο Τσιτσιπάς, όπως και πολλοί από τη γενιά των 90s, φάνηκε να «πατάει» σε ένα μικρό παράθυρο ευκαιρίας. Ένα παράθυρο πριν εμφανιστούν πλήρως οι Carlos Alcaraz και Jannik Sinner.
Αυτή την ευκαιρία εκμεταλλεύτηκε εν μέρει και ο Τσιτσιπάς και βρισκόταν για περισσότερο από μισή δεκαετία στο top10, όμως δεν μετατράπηκε ποτέ σε απόλυτη καθιέρωση στην κορυφή. Η γενιά άλλαξε, το παιχνίδι άλλαξε και η επόμενη γενιά πήρε τα σκήπτρα.
Η πτώση και το μεγάλο ερώτημα
Σήμερα, ο Στέφανος Τσιτσιπάς απέχει πολύ από το peak του. Η πτώση στην κατάταξη και η αστάθεια στην απόδοση έχουν οδηγήσει πολλούς να αναρωτιούνται αν το παιχνίδι του έχει πλέον «διαβαστεί» από το tour ή αν απλά το tour έχει γίνει πιο δυνατό από ποτέ.
Η νέα γενιά, έχει ανεβάσει τον ρυθμό σε επίπεδα που δεν συγχωρούν αδυναμίες και ο Τσιτσιπάς βρίσκεται στη μέση: ούτε rookie με περιθώριο εξέλιξης, ούτε σταθερός dominator.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι ο Στέφανος Τσιτσιπάς δεν μπορεί να επιστρέψει. Ούτε ότι το ταλέντο του εξαφανίστηκε. Αλλά το τένις έχει γίνει πιο απαιτητικό από ποτέ. Και πλέον δεν αρκεί να είσαι εξαιρετικός σε κάποια στοιχεία. Χρειάζεται πλήρες παιχνίδι, σταθερό mentality και συνεχή προσαρμογή. Για τον Τσιτσιπά, η ιστορία δεν έχει τελειώσει. Αλλά σίγουρα έχει αλλάξει μορφή.
Και το αν θα γραφτεί ως πρωταθλητής που «κυριάρχησε» ή ως "what if" της γενιάς του, παραμένει ακόμα να φανεί.